Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

“Ο Θάνατος και η Ανάσταση, στο μοιρολόι και τις νεκρικές τελετές της Κατοχής Μεσολογγίου”


Μια σπουδαια έρευνα, αποκλειστικά στο iaitoloakarnania, από τον λαογράφο Θάνο Κώτση για την λαϊκή κοσμοθεωρία του θανάτου μέσα απ' το μοιρολόι και τον κώδικα του πένθους στην Κατοχή Μεσολογγίου...


Το κυρίαρχο δίπολο που συναντά κανείς στην ελληνική παράδοση, είναι εκείνο της γονιμότητας και του θανάτου σε μια αέναη κυκλική πορεία. Ο κύκλος του χρόνου, μπλέκει με τον κύκλο της ζωής και ο άνθρωπος όπως και η φύση περνά απ’ τον θάνατο στη ζωή και αντίστροφα με ενδιάμεσο στάδιο το γάμο, που αναπαρίσταται και στη φύση με ποικίλους τρόπους. Παρά ταύτα ο θάνατος για την ανθρώπινη φύση αποτελεί ένα φαινόμενο ακατανόητο και υπέρλογο, όσο καθημερινό και αν είναι. Στην Χριστιανική παράδοση, ο θάνατος νοείται ως τιμωρία των πρωτοπλάστων για το προπατορικό αμάρτημα, ως άμεσο αποτέλεσμα της απομάκρυνσης απ’ το Θεό και φυσικά με την εμπλοκή του διαβόλου, χωρίς να παραλείπεται για άλλη μια φορά ένα εξίσου σημαντικό πανανθρώπινο δίπολο, ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Το αναπόφευκτο του θανάτου, οδηγεί τον άνθρωπο στην δημιουργία ενός ολόκληρου πλαισίου, που συντελεί στην απόδοση τιμής του αγαπημένου προσώπου, στην υποστήριξη των πενθούντων ανθρώπων του στενού του κύκλου, αλλά και στον εξορκισμό του θανατικού απ’ την οικογένεια και την κοινότητα στο σύνολο της. Έτσι ξεπηδούν μοιρολόγια, δοξασίες, δεισιδαιμονίες αλλά και ολόκληρα αξιακά συστήματα όπως το πλαίσιο του πένθος, δημιουργώντας έναν πολιτισμό νεκρών, που στήνεται από ζώντες.  Αυτή η έντονη αντίθεση, είναι ίσως ότι σημαντικότερο στην μελέτη της λαϊκής κοσμοθεωρίας που σχετίζεται με τον θάνατο, αφού ζώντες καλούνται να «αναπαραστήσουν» τον θάνατο χωρίς να τον έχουν βιώσει προσωπικά. Παρά το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί την κοινή ανθρώπινη μοίρα και συχνά βλέπουμε ομοιότητες στον τρόπο αντιμετώπισης του ανάμεσα στους λαούς, οι διαφορές είναι πολύ περισσότερες και το δυσνόητο των τελετουργιών και των δοξασιών απαιτεί σε βάθος προσέγγιση της κάθε περίπτωσης,  παρατηρεί η Άννα Λυδάκη. 

Ο Μιχάλης Μερακλής αναφέρει πως ο τρομοκρατημένος αστός απέναντι στον θάνατο, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με τον αγρότη της παραδοσιακής κοινωνίας, που είναι συμβιβασμένος με τον θάνατο ως κομμάτι της ζωής και ακολουθεί συγκεκριμένες εθιμοτυπίες για να είναι σε διαρκή επικοινωνία με τον κόσμο των νεκρών.(Πβ. Μ.Γ Μερακλή, «Ο άνθρωπος της πόλεως», 1974) Στις μέρες μας αντιθέτως, προσπαθούμε να εξορίσουμε τον θάνατο απ’ την καθημερινότητα μας, αποφεύγοντας συμμετοχή σε νεκρικές τελετές και μνημόσυνα, απομακρύνοντας πολλές φορές τους νεκρούς απ’ τις συζητήσεις μας, και προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με μια ψυχραιμία, που πολλές φορές είναι πιο παράλογη, από υπερβολές του παρελθόντος. Παρά ταύτα ο άνθρωπος φοβόταν τους νεκρούς και έθετε όρια στην «συνύπαρξη» ακόμα και στην παραδοσιακή κοινωνία, προσφέροντας έτσι ένα πλήθος δοξασιών στην συλλογική νοοτροπία, μέσω της προφορικής παράδοσης αλλά και των διαφόρων τελετουργικών που σχετίζονταν με τον θάνατο.

Στον θάνατο καλείται να δώσει απαντήσεις η θρησκεία, η οποία συνδιαλέγεται με την λαϊκή λατρεία, προσφέροντας η μια στην άλλη υλικό, αλλά και καλύπτοντας πεδία που αφήνει κενά η άλλη πλευρά. Στην Ορθόδοξη παράδοση, ο άνθρωπος προσδοκά Ανάσταση νεκρών την Δευτέρα Παρουσία, κατά το παράδειγμα του Χριστού και μέχρι τότε η αθάνατη ψυχή κατοικεί «εις τόπον φωτεινόν, χλοερόν και τόπο αναψύξεως» κατά το ρηθέν της νεκρώσιμου ακολουθίας. Παρά ταύτα η πίστη στην επόμενη «καλύτερη» ζωή, που πρεσβεύει η εκκλησία, δεν φαίνεται, να καλύπτει το συναισθηματικό κενό που αφήνει η απώλεια ενός προσώπου, στην λαϊκή σκέψη, αλλά σίγουρα δίνει πολλές αφηγήσεις, δημιουργώντας διάφορες δεισιδαιμονίες στην λαϊκή λατρεία. Διάφοροι πατέρες της εκκλησίας, ασχολήθηκαν με την «φοβερή» ώρα του θανάτου, όπως αναφέρεται σε πολλές προσευχές που ζητούν «Χριστιανά τέλη, ανώδυνα ανεπαίσχυντα και ειρηνικά», ενώ ο Λουκάτος αναφερόμενος στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τόνισε ότι έχουν μεγάλο λαογραφικό ενδιαφέρον προσφέροντας υλικό στην λαϊκή σκέψη.

Ο θάνατος προμηνύεται στον νεκρό και την οικογένειά του. Η φύση έχει ενεργό βέβαια ρόλο σ’αυτό, αφού τα πρόβατα προγκάνε, τα σκυλιά αλυχτάνε, ο κούκος σκούζει, αισθανόμενα όλα τον θάνατο να ζυγώνει. Η θέαση του αγγέλου ψυχοπομπού, η εμφάνιση δαιμονικών όντων που παλεύουν να κερδίσουν την ψυχή, η θέαση αγαπημένων προσώπων που έχουν φύγει είναι ίσως οι συχνότερες αφηγήσεις που συνδέουν άμεσα τα πατερικά κείμενα με την λαϊκή κοσμοθεωρία της κοινότητας. Με την παρέμβαση βέβαια της εκκλησίας, μετατοπίστηκαν λαϊκές δοξασίες απ’ την σφαίρα του γήινου στο υπερβατικό.  Οι συγγενείς του ανθρώπου που φεύγει, φροντίζουν να είναι έτοιμος για το ταξίδι στην άλλη ζωή, φέρνοντας ιερέα να τον εξομολογήσει και να τον μεταλάβει, αλλά και φωνάζοντας παιδιά και εγγόνια να πάρουν την ευχή του, κάτι που σήμερα αρχίζει να εκλείπει, εξαιτίας αυτής της απομάκρυνσης του θανάτου που θέλει να πετύχει ο σύγχρονος άνθρωπος. 

Επιζητά λιγότερη επαφή με τον νεκρό, φτάνοντας σε σημείο να απαγορεύεται το ξενύχτισμα νεκρού σε σπίτι στην Αθήνα για παράδειγμα, το μοιρολόι και οι κραυγές ως «βάρβαρες συμπεριφορές» δίνουν την θέση  τους στον βουβό πόνο και τα μαύρα γυαλιά, που κρύβουν αυτό που κάποτε ήταν απαιτούμενο απ’ την κοινότητα. Ενώ το πένθος, εκείνο το πανάρχαιο αξιακό σύστημα, που αποτελεί τρόπο ζωής, υπόκειται σε «εξορθολογισμό». Πλέον τα δηλωτικά του πένθους  πάνω στον άνθρωπο, όπως τα μαύρα ρούχα στις γυναίκες και το μούσι στους άντρες καθώς και η αποχή από διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ανά περίπτωση, εκλείπουν και περιορίζονται χρονικά.9  Ενώ η κοινωνία που στο παρελθόν ασκούσε κριτική σε όσους δεν τηρούσαν αυτό το άγραφο δίκαιο, έρχεται σήμερα να δικαιολογήσει την ανάγκη για μια νέα ζωή, μέσω της λήθης και της απομάκρυνσης της στεναχώριας, την στιγμή που στα παραδοσιακά περιβάλλοντα η μνήμη και μνημόνευση των νεκρών είναι αναπόσπαστο κομμάτι, όχι μόνο του πένθους αλλά και της ίδιας της ζωής.



To Κατοχιανό μοιρολόι και τα ταφικά έθιμα, φορείς λαϊκής κοσμοθεωρίας...

Το Ξηρόμερο έχει καταγραφεί στην ιστορία, ως μια περιοχή, όπου το δίκαιο του αίματος και η βεντέτα ιδιαίτερα στα ορεινά, δημιούργησαν σκληρά εγκλήματα τιμής ακόμα και μέσα στην ίδια οικογένεια. Αναμενόμενο λοιπόν ήταν, ο θάνατος να κατέχει σημαντικό ρόλο στην καθημερινότητα των κατοίκων και να δημιουργήσει πλούσιο ρεπερτόριο αφηγήσεων και τελετουργικών, με κύριο μέσο συνομιλίας των δύο κόσμων, το γυναικείο μοιρολόι. Το μοιρολόι αποτελεί κύριο μέσο θρήνου και πένθους του νεκρού, όχι μόνο κατά την διάρκεια της κήδευσης του ή στα μνημόσυνα, αλλά καθ’ όλη την διάρκεια του πένθους, που πολλές φορές σταματούσε μόνο με τον θάνατο των πενθούντων, ιδιαίτερα αν στην οικογένεια υπήρχε χαμός νέου. Ο θρήνος είναι γυναικεία υπόθεση, αφού το κλάμα και ειδικά το «φωναχτό» δεν «πρέπει» σε άντρες και είναι μια πανάρχαια υπόθεση που συναντάμε απ’ τα Ομηρικά Έπη ακόμα. Κύρια αναπαράσταση θρηνωδούσας γυναικός στην Ελληνορθόδοξη παράδοση, είναι βέβαια η Παναγία που θρηνεί τον γιό της, αφήγηση που συντροφεύει κάθε μάνα που έχασε παιδί στην περιοχή.

Στην Κατοχή Μεσολογγίου, στην επαρχία κάτω Ξηρομέρου, ξεκίνησα να καταγράφω τα ξακουστά ξηρομερίτικα μοιρολόγια, με αφορμή ένα μνημόσυνο στο οποίο βρέθηκα τυχαία. Εκεί συνάντησα τη θεία Βασίλω, τρανή μοιρολογίστρα του χωριού, που ακόμη και σήμερα στα 90 της χρόνια πηγαίνει και μοιρολογάει σε συγγενείς και χωριανούς της. Η ίδια είχε πένθος για τον χαμό της ανιψιάς της η οποία έκλεινε ένα χρόνο απ’ τον θάνατο της εκείνες τις μέρες. Μαθαίνοντας λοιπόν για το μνημόσυνο, βρέθηκα στο σπίτι της, όπου η ίδια μοιρολογούσε στην «πιάτα», όπως ονομάζεται ο δίσκος με τα κόλλυβα στο χωριό, που δίνει το όνομα του και στην τελετή που γίνεται την παραμονή του μνημόσυνου, το βράδυ στο σπίτι των συγγενών. 

Σήμερα η Μαντούλα μου, έχει χαρά μεγάλη, μωρή τσούπα μου
Τρέχουν στις βρύσες για νερό και στα βουνά για χιόνι, μωρή κουπέλα μου
Δώστε βρυσούλες μου νερό και εσείς βουνά το χιόνι, μωρέ παιδάκια μου
Μην είν ποτάμια ριζιμιά, δέντρα ξεριζωμένα, παιδάκια μου
Και σας κλείσαν, τον δρόμο σας για να΄ρθετε στους δικούς σας, μανούλα μου…
Βγάτε σαρώστε τα στενά και στρώστε τα γιοφύρια
για να περάσει η λυγερή με τα γραμμένα φρύδια
Τήρα κορμί σαΐνικο και γνωστικό κεφάλι
που έπεσε και ξαπλώθηκε στη μαύρη γης να πάει…

  Ύστερα, η ίδια θυμήθηκε και τον αδερφό της που πέθανε έξω απ’ το χωριό, αλλά τον έφεραν στο χωριό για να τον ξενυχτίσουν και να τον μοιρολογήσει η αδερφή του, ως τελευταία επιθυμία του νεκρού, καμαρώνοντας ιδιαίτερα για το μοιρολόι της, που θαύμασαν όσοι είχαν έρθει απ’ το Νεοχώρι απέναντι.

Καλώς τον, αδερφούλα μ΄ το Μήτσο μας, πως ήρθε απ’ την Αθήνα
Σου στέλνω χαιρετίσματα στον δόλιο τον πατέρα σ΄ Μήτσο μου
Σας στέλνω χαιρετίσματα, με ένα πουλί γαλάζιο μωρέ παιδία
Και αν είστε δίπλα να σηκωθείτε και αν είστε ορθοί να κάτσετε
Και απ’ κάτω απ΄ τις φτερούγες του σας έχω ένα γραμματάκι λεβέντες μου
Και αν είστε δίπλα να σηκωθείτε, και αν είστε ορθοί να κάτσετε παιδάκια μου
Και απλώστε τα χεράκια σας, το γράμμα για να πάρτε, μωρέ παιδάκια μου

Δύο παραδείγματα αυτοσχέδιων μοιρολογιών απ’ την θεία Βασίλω, που περιέχουν στερεοτυπικά στοιχεία και φράσεις, που αναμειγνύονται με την προσωπική φαντασία της μοιρολογίστρας και δημιουργούν τον θρήνο. Στα μοιρολογία που ανέφερα υπάρχουν αρκετά στοιχεία λαϊκής λατρείας και προφορικής παράδοσης. Αρχικά η Βασίλω μέσα απ’ το πρώτο μοιρολόι, φανερώνει τις στενές σχέσεις του γάμου με τον θάνατο. Αφού αναφέρεται στην κήδευση της ανιψιάς της με χαρακτηριστικά του γάμου, ονοματίζοντας τον θάνατο χαρά και καλώντας τον κόσμο να φέρει νερό για να ετοιμάσουν την νύφη για τον γάμο της με τον θάνατο. Μάλιστα τους καλεί να βγουν και να σαρώσουν (σκουπίσουν) τα στενά και να στρώσουν τα γεφύρια για να περάσει η λυγερή που χάνεται, όπως ακριβώς θα συνέβαινε σε μια πομπή γάμου (πατινάδα).Ύστερα η ίδια αναφέρεται στους νεκρούς, θέτοντας το άστοχο βέβαια ερώτημα, «μην είναι ποτάμια ριζιμιά(θεμελιωμένα), δέντρα ξεριζωμένα…» που εμποδίζουν εκείνους που πέθαναν να έρθουν πίσω στους δικούς τους.

Στο δεύτερο μοιρολόι παρουσιάζεται μια επικοινωνία με τον κάτω κόσμο, μέσω του θανάτου. Ο νεκρός που φεύγει καλείται να δώσει χαιρετίσματα στον πατέρα του που ήδη βρίσκεται στον Άδη και τον περιμένει, αλλά και η μοιρολογίστρα στέλνει χαιρετίσματα σε όλους τους δικούς της ανθρώπους που χάθηκαν, με ένα γαλάζιο πουλί που θα μεταφέρει το γράμμα με το λόγια που η ίδια θέλει να μεταφέρει στους δικούς της νεκρούς. Ενδιάμεσα στο μοιρολόι, παρεμβάλλεται και μια ευρέως διαδεδομένη δεισιδαιμονία που χρησιμοποιείται κατά κόρον και στον προφορικό μας λόγο. Η ίδια καλεί τους ανθρώπους να κουνηθούν απ’ την θέση τους, όπως λέμε και εμείς πολλές φορές όταν θέλουμε να αποτρέψουμε κάτι κακό που αναφέρουμε. «Αν είστε δίπλα(ξαπλωμένοι) σηκωθείτε, και αν είστε ορθοί, να κάτσετε…» λέει δύο φορές μάλιστα, θεωρώντας ότι αυτή η αλλαγή θέσης, θα φέρει και την αλλαγή της κατάστασης και την απομάκρυνση του θανατικού, σε μια βάση ομοιοπαθητικής μαγικής σκέψης.

Μια εξίσου σημαντική συνάντηση στην καταγραφή μοιρολογιών ήταν και η Σούλα Βασιλείου, που βρήκα στον πάνω μαχαλά της Κατοχής. Μια χαροκαμένη μάνα που έχασε έναν γιο της, όταν τον παρέσυρε ο Αχελώος, ενώ έπαιζε στις όχθες  με τον αδερφό του. Η ίδια μου είπε κατά κύριο λόγο μοιρολόγια που έμαθε απ’ το ευρύτερο περιβάλλον του συζύγου της, γιατί έπρεπε να ξέρει να κλαίει, όντας ξένη στο χωριό. Παρά ταύτα ήταν πολύτιμη η βοήθεια της γιατί θυμόταν όλα τα στερεοτυπικά μοτίβα που λέγονταν σε κάθε περίπτωση στην Κατοχή αλλά και η ίδια είχε ένα πολύ ισχυρό βίωμα απ’ τον χαμό του γιού της.

Δεν στο είπα Χάρε μια φορά, δεν στο είπα τρεις και πέντε χάρε μου
Αλάργα από το σόι μου, αλάργα απ’ τη σειριά μου χάρε μου
Και εσύ ινάτι το΄βαλες για να μας ξεπατώσεις, αλίμονο 
Να χε και ο Χάρος δυο παιδιά, να του παιρνα το ένα καρδούλα μου
Για να του κάψω την καρδιά, που μο΄καψε και εμένα παλληκάρι μου…

Εψές προψές επέρασα απ’ τ ’αι Λαζαριού την πόρτα, καρδούλα μου
Και ακούω ένα μνήμα να βογκά, να βαριανάστενάζει, παιδάκι μου
Στο πάτημα μου, στάθηκα και το συχνορωτάω, καρδούλα μου
Να τι έχεις μνήμα και βογκείς και βαριαναστενάζεις, παιδάκι μου
Μου πόνεσε μανούλα για το ντουνιά, για τον απάνω κόσμο, μανούλα μου
Μου πόνεσε για τα παιδάκια μου, τη δόλια μου τη μάνα, μανούλα μου
Μου πόνεσε για τη γυναίκα μου, που δεν θα την ματαντικρύσω, μανούλα μου...

Το πρώτο μοιρολόι, ανήκει στα μοιρολόγια του Χάρου, μοιρολόγια που συνομιλούν με τον Περατάρη, όπως αναφέρουν οι Κατοχιανοί. Στο μοιρολόι της Σούλας Βασιλείου, προσπαθεί να ξορκίσει τον Χάρο και παράλληλα ομολογεί ότι όποια προσπάθεια και αν έγινε, ο θάνατος συνεχίζει να χτυπάει την πόρτα της οικογένειας. Τότε η μοιρολογίστρα καταριέται ουσιαστικά τον Χάρο, ευχούμενη να είχε δυο παιδιά, για να του έπαιρνε το ένα και να τον πονέσει, όπως πόνεσε και η ίδια που έχασε το παιδί της. Η Άννα Λυδάκη εύστοχα παρατηρεί, ότι στα μοιρολόγια ο ψυχοπομπός Άγγελος, μετατρέπεται σε σκοτεινό Χάροντα, που έρχεται στην γη και σκορπάει τον θάνατο. Τα δόγματα της Χριστιανικής πίστης υποχωρούν και επικρατεί η οργή και η λύπη για τα πρόσωπα που άδικα φεύγουν απ’ την ζωή.



Στο δεύτερο μοιρολόι, έχουμε μια συνομιλία της μοιρολογίστρας με έναν νεκρό. Ο Άι Λάζαρος που αναφέρει η Σούλα, είναι η εκκλησία που βρίσκεται στο νεκροταφείο της Κατοχής και χρησιμοποιείται ευρύτερα στην προφορικότητα, αντί της λέξης νεκροταφείο. Εκεί λοιπόν ακούγοντας το μνήμα να βογκάει, να βαριαναστενάζει, στέκεται και το ρωτά την αιτία που δεν το αφήνει να ηρεμήσει και να αναπαυθεί και ο νεκρός ομολογεί τον καημό του να επιστρέψει και να ξαναδεί τα αγαπημένα του πρόσωπα. Αδυνατώντας ο άνθρωπος να αντιληφθεί τον θάνατο, θεωρεί ότι μπορεί να συνομιλεί με τους νεκρούς. Ο Van Gennep, στις «Διαβατήριες τελετές» αναφέρεται στον ρόλο της γυναίκα, στο πέρασμα ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο, όπου είναι η καταλληλότερη για αυτή την συνομιλία, ως εκείνη που πραγματοποιεί το θαύμα της γέννησης, δίνοντας ζωή. Άλλωστε στις νεκρικές τελετές, ανήκει στις γυναίκες ο κυρίαρχος ρόλος σε όλες τις τελετουργίες, κάνοντας αυτήν την θηλυκή ιερότητα να εξισορροπεί με την πατριαρχική εξουσία.10  

Η Τρίτη μοιρολογίστρα που συνάντησα, ήταν η Χρυσούλα Μπαλωμένου 87 ετών. Μια γυναίκα που μεγάλωσε ορφανή και απ’ τους δυο γονείς, και έχασε τέσσερα απ’ τα οχτώ παιδιά της, είναι σίγουρα ο καλύτερος πληροφορητής απέναντι στον θάνατο. Ο χαμός της κόρης της, στα είκοσι της χρόνια, ήταν εκείνος που την στιγμάτισε, διότι τα άλλα παιδιά που έχασε, ήταν μωρά, ενώ εκείνη την είχε φρεσκοαρραβωνιασμένη.

Εσείς πουλιά πετούμενα, που πάτε στον αέρα, πουλάκια μου
Μην είδατε, λέγω το σπλάγχνο μου να ροβολάει κάτω, πουλάκια μου
Έψές, προψές κυρά μου την είδαμε, την γλυκοκουβεντιάζαμε, καρδούλα μου
Η μάνα σου σε γύρευε, η μάνα σε γυρεύει, την έρημη
Σύρτε πουλιά, να πείτε τη μάνα μου, να μην με περιμένει, την έρημη
Γιατί με πήρε ο ποταμός και με έβγαλε στην πόρτα τ’ Άι Λαζάρου την έρημη
Πες της να’ ρθει να βάλει μια φωνή, να μαραθούν τα χόρτα, καρδούλα μου
Να πεσουν τα φύλα απ’ τα κλαρία, να κλάψει όλος ο κόσμος καρδούλα μου…

Να΄ταν η γης χαρακωτή, να χε και παραθύρι την έρημη
Να βαζα το κεφάλι μου, να ίδω τον κάτω κόσμο, καρδούλα μου
Σαν έκαμα και το βαλα, να μην το ξαναβάλω την έρημη
Βλέπω τους νιούς δίχως μαλλιά, τις νιές χωρίς πλεξίδες την έρημη
Βλέπω και τα μικρά παιδιά, κομμένα τα κεφάλια καρδούλα μου…

Ξημέρωσε για τον ντουνιά, νύχτωσε για σένα λεβέντη μου
Κρίμας οι νιοι να χάνονται και οι νιές να αναστεριώνται καρδούλα
Κρίμας τα ανύπαντρα παιδιά, για να τα τρώει το χώμα
Τα νιάτα, χώμα γένονται και η λεβεντιά χορτάρι, λεβέντη μου
Και τα σγουρά σας τα μαλλιά στη γης περικοκλάδες καρδούλα μου
Αυτού στον Άδη, που θα πας, πρόσεχε να μιλήσεις καρδούλα μου
Κι αν σε ρωτήσουν και για μας να τους γλυκοφιλήσεις, παιδάκι μου
Ρόδα και τριαντάφυλλα τα έχει ο Χριστός λιβάνι, λεβέντη μου


Στον πρώτο θρήνο της Χρυσούλας Μπαλωμένου, η χαροκαμένη μάνα αναζητά την κόρη της απ’ τα πουλιά που γυρνούν στον ουρανό και βλέπουν τα πάντα. Όταν βρίσκουν την κόρη και της ανακοινώνουν ότι η μάνα της την ψάχνει στον πάνω κόσμο, εκείνη τους απαντά να στείλουν το μαντάτο του θανάτου της στην ίδια και να την καλέσουν να θρηνήσει την κόρη της συγκινώντας ολόκληρη τη φύση. Είναι γνωστό άλλωστε στην ελληνική παράδοση, ότι όλη η φύση μετέχει στην χαρά και την λύπη των ανθρώπων, ανθίζοντας και μαραγκιάζοντας αντίστοιχα.

Στο δεύτερο μοιρολόι, είναι εμφανής η εικόνα του κάτω κόσμου για τους ανθρώπους της παραδοσιακής κοινωνίας. Η θρηνωδός βάζοντας το πρόσωπο της στην γη βλέπει στον σκιερό Άδη, νέους και νέες χωρίς μαλλιά και πλεξίδες, που αποτελούν σύμβολο ομορφιάς και νεότητας, αλλά και κομμένα κεφάλια παιδιών. Έτσι γίνεται αντιληπτό για άλλη μια φορά, ότι η εικόνα του κάτω κόσμου για τον λαϊκό άνθρωπο, δεν έχει καμία σχέση με την εικόνα που αποδίδει η επίσημη θρησκεία. Δεν είναι τυχαίο επιπλέον, ότι οι εικόνες που αναφέρονται, αφορούν αποκλειστικά νέους ανθρώπους, που χάθηκαν άδικα, σε αντιδιαστολή με εκείνους που φεύγουν σε μεγάλη ηλικία. Μάλιστα η πληροφορήτρια μου ανέφερε, ότι μόνο στους νέους έσκουζαν οι γυναίκες με όλη τους τη φωνή, ενώ στους γέροντες παρέμεναν ήρεμες, μέχρι τα χαράματα που θα ξεκινούσε το μοιρολόι, φανερώνοντας έτσι την εξοικείωση που είχαν με τον θάνατο ανθρώπων μεγάλης ηλικίας, σε αντιδιαστολή με τους νέους.

Στο τρίτο μοιρολόι, γίνεται αναφορά στην ματαιότητα του βίου αφού ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και τα νιάτα γίνονται χώμα και η λεβεντιά χορτάρι, καθώς στην επικοινωνία των ζώντων με τους υπόλοιπους νεκρούς που τους στέλνουν χαιρετισμούς, με τον άνθρωπο που μόλις έχασαν. Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού, όπου του αποδίδουν τιμή ως λιβάνι, μέσα απ’ τα λουλούδια που στόλισαν τον νεκρό.



Η κυρά Χρυσούλα, εκτός απ’ τα μοιρολόγια που με πολύ συγκίνηση μου τραγούδησε, μου μίλησε και για την εθιμοτυπία του θανάτου στην Κατοχή, όπως την βίωσε η ίδια απ’ τον θάνατο των κοντινών της ανθρώπων. Μέσα στο «κουτί», έβαζαν πορτοκάλια, μήλα και ρόδια για να τρώει ο νεκρός στο ταξίδι του, αλλά και ως δώρα στους υπόλοιπους στον Άδη. Πολλές φορές έβαζαν γράμματα που ήθελαν να στείλουν σε άλλους νεκρούς, γράφοντας απέξω το ονοματεπώνυμο του νεκρού που αφορούσαν, και βέβαια πλήθος προσωπικών αντικειμένων. Χτένες αν ήταν νέοι, μολύβια αν ήταν γραμματιζούμενοι και την εικόνα της ανάστασης, για το «Χριστός Ανέστη». Οι νεκροί στολίζονταν με τα καλύτερα τους ρούχα για την τελευταία τους κατοικία και αν ήταν νέοι θάβονταν με τα γαμπριάτικα του οι άντρες και με τα νυφιάτικα οι γυναίκες. Αν η κοπέλα, ήταν ανύπαντρη με νυφικό, αφού παντρεύεται το χάρο. Εκείνα τα χρόνια η περιποίηση του νεκρού σώματος, ήταν θέμα της οικογένειας και δεν υπήρχαν γραφεία τελετών. Στην Κατοχή συνηθιζόταν οι παππάδες να φτιάχνουν τους νεκρούς. Βγαίνοντας απ’ το σπίτι, σπάγαν το πιάτο, για να σπάσει το κακό και ετοίμαζαν το στάρι, με όλο τον συμβολισμό που κατέχει και αναδεικνύει για άλλη μια φορά την σχέση ζωής και θανάτου, με την γονιμότητα της γης και τις αγροτικές εργασίες. 

Το στάρι συμβολίζει το σώμα που μπαίνει στην γη, για να αναγεννηθεί όπως φυτρώνει ο καρπός και να έρθει στη ζωή. Ο μαϊντανός που προστίθεται στο κόλλυβο συμβολίζει τον χλοερό τόπο που βρίσκεται η ψυχή, ενώ το ρόδι και οι σταφίδες αυτήν την γονιμική σημασία του εθίμου. Το στόλισμα της «πιάτας» αποτελεί πολύ σημαντικό κομμάτι του τελετουργικού και οι νοικοκυρές καμάρωναν για τον καλύτερο στολισμό στο χωριό, κάτι που σήμερα χάθηκε, αφού τον δίσκο τον ετοιμάζει πια ο φούρνος του χωριού.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν όμως και οι αντιλήψεις και πρακτικές που προκύπτουν μετά την κήδευση του νεκρού και κατά την διάρκεια του πένθους. Οι πενθούσες γυναίκες στο Ξηρόμερο, ντύνονταν στα μαύρα όταν πέθαινε κάποιος κοντινός συγγενής και από τότε δεν τα έβγαζαν ποτέ ξανά. Το πένθος για τους γονείς βαστούσε λιγότερο από τον χαμό παιδιού, ή του συζύγου που σηματοδοτούσε για την χήρα την συνολική αποχή από εορταστικές εκδηλώσεις. Η χήρα φορούσε μαύρο μαντήλι, δεμένο σφιχτά σε όλο το πρόσωπο σε κάθε δημόσια εμφάνιση και δήλωνε με όλη τη συμπεριφορά της, την ήδη βέβαια γνωστή κατάσταση της. Η κοινότητα την προστατεύει και την βοηθάει να τα βγάλει πέρα, σε περίπτωση που ήταν άκληρη ή οι γονείς της δεν μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανατροφή των παιδιών. Όλα αυτά συντελούσαν στην ανάπαυση του νεκρού και στην απόδοση τιμής, διότι διαφορετικά ο νεκρός θα στοίχειωνε το χώρο και δεν θα άφηνε τους ανθρώπους του να συνεχίσουν την ζωή τους ήρεμα. Μνημόσυνα, κόλλυβο και πρόσφορα στην εκκλησίας μαζί με το αναμμένο καντήλι στο μνήμα, είναι οι κύριες πρακτικές των ζώντων υπέρ αναπαύσεως των τεθνεώτων.

Τι γίνεται όμως σε περίπτωση που ο νεκρός δεν αναπαύεται; Σε μια κοινότητα, όπου δεν υπήρχε γιατρός και επιστημονική γνώση, ήταν αναμενόμενο οι άνθρωποι να δίνουν μόνοι τους απαντήσεις σε ανεξήγητα γι’ αυτούς φαινόμενα. Πολλές φορές κατά την εκταφή των νεκρών, υπήρχαν σώματα άλιωτα εξαιτίας διαφόρων παθήσεων ή και συστατικών του χώματος και άλλοτε θάβονταν άνθρωποι ημιθανείς, λόγω της άγνοιας. Έτσι όταν οι άνθρωποι βρίσκονταν μπροστά απ’ την θέαση κουρελιασμένων, ματωμένων και άλιωτων πτωμάτων, θεωρούσαν ότι οι νεκροί ήταν νεκροζώντανοι βρικόλακες, που τριγυρνούν τις νύχτες και κρύβονται τη μέρα. Οι ίδιοι βρικολάκιασαν επειδή ήταν αμαρτωλοί ή καταραμένοι από παπά, για να μην βρουν ποτέ ηρεμία. Έτσι οι άνθρωποι προσπαθώντας να προστατευθούν απ’ την επέλαση των βρικολάκων, θυμιάτιζαν και έριχναν αγιασμό στο σπίτι και φρόντιζαν να ρίχνουν τρισάγια στα μνήματα. Στην περιοχή διασώζεται μια παλιά αφήγηση, για κάποιον που βρικολάκιασε επειδή είχε σκοτώσει άνθρωπο και γυρνούσε κάθε βράδυ στο σπίτι του με γίδια και κοιμόταν με την γυναίκα του. Όταν η ίδια με προτροπή του κουμπάρου, είδε το σώμα του και συνειδητοποίησε ότι ήταν βρικόλακας, κάλεσε τον Δεσπότη και εκείνος τον ξόρκισε και τον ζεμάτισε με καυτό νερό. Μάλιστα μόλις ζεματίστηκε ο βρικόλακας, κάηκαν και όλα τα χρήματα και το βιός του μαζί με τα παιδιά του…

Έρευνα του Θάνου Κώτση*

_______________________________________________________________
*πτυχιούχος λαογράφος του τμήματος ιστορίας-αρχαιολογίας πανεπιστημίου Ιωαννίνων και μεταπτυχιακός ερευνητής λαογραφίας στο ίδιο τμήμα, στην ειδίκευση "Κοινωνικές-οικονομικές δομές, συλλογική μνήμη και ταυτότητες της παραδοσιακής κοινωνίας"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να αποφευχθούν περιπτώσεις εμφάνισης υβριστικών σχολίων ή άλλων ποινικά κολάσιμων πράξεων, όλα τα σχόλια πριν δημοσιευτούν ελέγχονται. Παρακαλούμε μην αποστέλετε πληροφορίες άχρηστες προς τη λειτουργία του συγκεκριμένου blog.

Τα μηνύματα είναι προσωπικές απόψεις των αποστολέων και σε καμία περίπτωση δεν εκφράζουν τους δημιουργούς ή διαχειριστές της συγκεκριμένης σελίδας.